Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

O ρόλος των σωμάτων ασφαλείας στην εποχή της κρίσης / Σ. Ανδρονίδης

του Σ. Ανδρονίδη*
Στην εποχή της βαθιάς και οξυμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, ο ρόλος των σωμάτων ασφαλείας αποκτά καινούργια ποιοτικά χαρακτηριστικά. Η πρόσφατη επίθεση αστυνομικού σε καθαρίστρια που διαδήλωνε έξω από το υπουργείο Οικονομικών καταδεικνύει τον «νέο» ρόλο που διαδραματίζουν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους. Σε συνθήκες κρίσης και προσπάθειας παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής οι κατασταλτικοί μηχανισμοί διασφαλίζουν την προσίδια και απρόσκοπτη κεφαλαιοκρατική αναπαραγωγή. Ανατέμνουν το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι και...
 επεμβαίνουν άμεσα στο κοινωνικό πεδίο, εκεί όπου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις συνέχισης του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής. «Τι πρέπει, λοιπόν, να εννοούμε λέγοντας δύναμη καταστολής, έννοια που είναι αρκετά ασαφής, όπως άλλωστε και η έννοια της βίας, και που δεν μπορεί να είναι χρήσιμη τουλάχιστον, όσο δεν την  προσδιορίζουμε; Αυτή υποδηλώνει, πράγματι τη λειτουργία ορισμένων θεσμών οργανωμένης φυσικής καταπίεσης, όπως ο στρατός, η αστυνομία, το σωφρονιστικό σύστημα, κλπ. Αυτή η καταπίεση, κοινωνικά οργανωμένη, αποτελεί ένα απ’τα χαρακτηριστικά  κάθε σχέσης της εξουσίας».[1]

Η «κοινωνικά οργανωμένη καταπίεση» ορίζει και προσδιορίζει ταυτόχρονα τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής, λαμβάνοντας και τα χαρακτηριστικά της άσκησης σωματικής και λεκτικής βίας. Η καταπίεση ενέχει την σωματική και λεκτική βία, με αποτέλεσμα και τον «ολικό» μετασχηματισμό του πεδίου δράσης των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων. Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης η κρατική βία ως σημαίνον και σημαινόμενο ταυτόχρονα εισχωρεί στις κοινωνικές ρηγματώσεις που έχει δημιουργήσει η διαχείριση της κρίσης, με στόχο την αποκοπή της εργατικής «ροής» εναντίωσης στη διαχείριση και στη ρύθμιση της κρίσης. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους συμβάλλουν στην αναθεμελίωση και ανασυγκρότηση του πλέγματος εξουσίας της αστικής τάξης.

Η σωματική βία ασκείται καθημερινά. Διαδηλωτές δέχονται επιθέσεις από τα σώματα ασφαλείας. Οι καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών που διαδηλώνουν όχι μόνο για την επαναπρόσληψη τους αλλά και  για την αξιοπρέπεια συνολικά της εργατικής τάξης έχουν δεχθεί αρκετές βίαιες επιθέσεις από τους αστυνομικούς των ΜΑΤ. Οι μετανάστες βιώνουν με έντονο τρόπο την άσκηση βίας με στόχο την εξώθηση τους στο κοινωνικό και πολιτικό περιθώριο. Οι συνδηλώσεις που λαμβάνει η βία παίρνουν την  μορφή κατασταλτικής διαχείρισης της κρίσης, στο συμβολικό σημείο όπου τέμνεται και εφάπτεται η προσπάθειας επαναθεμελίωσης της αστικής κυριαρχίας με την κατασταλτική πράξη και πρακτική. Οι εργαζόμενοι, ντόπιοι και μετανάστες νοούνται ως «γυμνά σώματα», ως «χώροι» όπου ασκείται «γυμνή βία» με προφανή στόχο τον παραδειγματισμό τους. Τα εξαρτήματα που φέρουν στρέφονται ενάντια στους προλετάριους.
Οι επάλληλες πολώσεις της κοινωνικής σφαίρας, ο μετασχηματισμός του  λόγου σε  κατασταλτική βία περιχαρακώνει και θωρακίζει την αστική εξουσία και κυριαρχία. Και όλα αυτά σε συνθήκες ενός ιδιότυπου «αυταρχικού κρατισμού» που ορίζεται από την πραγματική ενεργοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών του αστικού κράτους για την αποκοπή από το κοινωνικό των λόγων και των συνδηλώσεων της εργατικής εναντίωσης και απορρύθμισης της καπιταλιστικής σφαίρας.  Η  σωματική βία που ασκείται στα εργατικά «σώματα» κατακερματίζει την «κινητοποιητική» διαδικασία ενιαιοποίησης της εργατικής τάξης. Οι εργαζόμενοι νοούνται και λογίζονται ως «ατομικά προϊόντα» πάνω στα οποία το αστικό κράτος μέσω του «λόγου» της βίας επαναβεβαιώνει την κυριαρχία του σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού.

Σήμερα, η άσκηση λεκτικής και σωματικής βίας, η προτροπή στη βία, θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής και πολιτικής κανονικότητας, στο βαθμό που δεν θρυμματίζεται το «γυαλί»  της αστικής κυριαρχίας και νομιμότητας. «Ο (καταπιεστικός) μηχανισμός του κράτους λειτουργεί με κυρίαρχο στοιχείο τη βία (και τη φυσική βία), και δευτερευόντως με  ιδεολογία».[2] Η ιδεολογία και η διάχυση της κυρίαρχης ιδεολογίας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής σφαίρας επαφίεται κυρίως στη λειτουργία των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους. Η σωματική βία ορίζει την δράση και την ενεργοποίηση των σωμάτων ασφαλείας, με γραμμή κρούσης την παρουσία και κατασταλτική «λειτουργία» των ΜΑΤ.

Επιπλέον, σε αυτό το πλαίσιο συντελείται  η ώσμωση και η αλληλεπίδραση σωμάτων ασφαλείας και του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής. 

Αυτή η συνεχής κατασταλτική «ροή» και συνέχεια κινείται πάνω στους εξής άξονες: 
1. Στα υψηλά ποσοστά που έλαβε το νεοναζιστικό μόρφωμα στα εκλογικά τμήματα στα οποία και ψηφίζουν οι αστυνομικοί. Και αυτό συνέβη και στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012, αλλά και στις πρόσφατες Ευρωεκλογές. Έτσι, διαμορφώνονται οι όροι για την οργανική σύμφυση των σωμάτων ασφαλείας και μερίδας αστυνομικών με το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, κάτι που στις δεδομένες συνθήκες επιδιώκει να καλύψει και να επικαλύψει την εργατική-κινηματική σφαίρα. 
2. Στο ρόλο και στις πρακτικές των ταγμάτων  εφόδου της Χρυσής Αυγής. Τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής, στοχοποιώντας μετανάστες και αριστερούς αγωνιστές λειτουργούσαν και λειτουργούν ως οργανικό και απαραίτητο συμπλήρωμα των δυνάμεων ασφαλείας. 
Το γεγονός αυτό αποκτά μία διττή διάσταση: 
Α. Ορίζει και νοηματοδοτεί την επιδίωξη καταστολής των λαϊκών-εργατικών αγώνων, αφού υπάρχουν πολλά παραδείγματα κοινών κατασταλτικών επιχειρήσεων αστυνομίας και Χρυσής Αυγής, 
Β. Αποκαλύπτει και τον ψευδεπίγραφο «αντισυστημισμό» του νεοναζιστικού μορφώματος, το οποίο στρεφόμενο εναντίον των εργατών, ντόπιων και μεταναστών, λειτουργεί ως υπερασπιστής των συμφερόντων του κεφαλαίου. 
3. Η διείσδυση αστυνομικών στο νεοναζιστικό μόρφωμα. Αυτός ο ιδιότυπος αστυνομικός «εισοδισμός» αποκτά αφενός μεν τα οργανωτικά χαρακτηριστικά της ένταξης αστυνομικών στη Χρυσή Αυγή, (κυρίως απόστρατοι αλλά και εν ενεργεία), αφετέρου δε αποκτά την προσίδια εθνικιστική και αντιμεταναστευτική ταύτιση και σύζευξη μερίδας αστυνομικών και Χρυσής Αυγής. Ο «εισοδισμός» λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της ταύτισης σε επίπεδο λόγου και νοημάτων. 
4. Επίσης, δεν θα πρέπει να αγνοούμε την διείσδυση της Χρυσής Αυγής στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων εκεί όπου κατώτεροι και ανώτεροι αξιωματικοί λειτουργούν ως ιμάντες μεταβίβασης και αναπαραγωγής του νεοναζιστικού λόγου μέσα στα στρατόπεδα. Οι πολιτικές συνδηλώσεις αυτής της διείσδυσης εκφράστηκαν με την συμμετοχή απόστρατων αξιωματικών στο Ευρωψηφοδέλτιο της Χρυσής Αυγής. 
5. Μεταφέρει την πίεση και τους όρους κυριαρχίας της αστικής τάξης στο κοινωνικό πεδίο, εκεί που όχι μόνο συντελείται η αναπαραγωγή της ταξικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αλλά και αποκρυσταλλώνονται οι συσσωματώσεις της εργατικής αντίστασης στην καπιταλιστική κυριαρχία και διαχείριση.
«Επιπλέον, μπορούν να αποτελούν κοινωνικές δυνάμεις, ειδικές κατηγορίες, που καταλήγουν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, να έχουν «κατάλληλα αποτελέσματα», όπως τα έχουμε ορίσει, στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής, χωρίς ωστόσο να είναι τάξεις και μερίδες τάξεων».[3] Σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί λειτουργούν ως «ειδικές κατηγορίες», που μπορούν να έχουν τα «κατάλληλα αποτελέσματα» σε κοινωνικό επίπεδο, θωρακίζοντας τις δομές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Δρουν ως «κοινωνικές δυνάμεις» επαναπροσδιορισμού της ταξικής αστικής κυριαρχίας αφήνοντας έντονα τα «σημάδια» αυτής της κυριαρχίας πάνω στα «σώματα» των εργαζομένων και των διαδηλωτών. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να αγωνιστούν ενάντια στην κατασταλτική θέσμιση του ιδιότυπου «αυταρχικού κρατισμού»,  που χρησιμοποιεί ως συμπλήρωμα της εκτελεστικής εξουσίας το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής. Και σε αυτή την περίπτωση είναι σημαντικός ο ρόλος των δυνάμεων της αριστεράς (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) καθώς και των αντιφασιστικών οργανώσεων. 
Η κατασταλτική θέσμιση, θωρακίζει και σφυρηλατεί τα συμφέροντα του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας, πέρα και πάνω από την αποτροπή του ποινικού εγκλήματος. Εξάλλου, σήμερα το έγκλημα συμφύεται και σχετίζεται με εμφάνιση των εργατικών και κοινωνικών αγώνων.



[1]Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, Μετάφραση: Χατζηπροδρομίδης Λ. τόμος β’’, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ.65.
[2]Βλ.σχετικά, Αλτουσέρ Λουί, ‘Θέσεις’, Μετάφραση: Γιαταγάνας Ξενοφών, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ.85.
[3]Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, Μετάφραση: Φιλίνης Κώστας, τόμος α’’, γ’έκδοση, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ. 128-129.

*πολιτικός επιστήμονας, υποψήφιος διδάκτωρ ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια: